What is this verb?

What is this verb?

https://el.wiktionary.org/wiki/τσινώ

τσινώ < μεσαιωνική ελληνική <τινώ <τινάζω <τινάσσω
τσινώ και τσινάω

  • επί υποζυγίων: λακτίζω, κλωτσώ προς τα πίσω λόγω εξαγρίωσης
  • επί ανθρώπων: ερεθίζομαι, εξοργίζομαι, δυστροπώ
  • αρνούμαι ν΄αποδεχτώ κάτι, αντιδρώ στην ιδέα

τσινάνε - they kicked off (like a horse bucking) or also can mean they resisted

Ναι!